Στα επεισόδια ήταν ανεβασμένος στην πύλη του Πολυτεχνείου και κουνούσε την ελληνική σημαία. Έπεσε όταν μπήκε το τανκ. Μετά τον έπιασαν. Τον έχωσαν στο Χαϊδάρι, και τον βασάνισαν. Σώθηκε, αλλά είχε προ καιρού σωθεί μέσα του. Δεν επιδίωξε τη δημοσιότητα. Παρέμεινε ανώνυμος. Κάποιοι φίλοι του μόνο ήξεραν.                                                                                 
Ύστερα μπάρκαρε, και κάποτε βγήκε στην Αμερική. Παντρεύτηκε, έκανε ένα γιο, δούλεψε μουσικός στην Αστόρια. Όταν χώρισε, αποφάσισε να γυρίσει στο νησί του.  Άνοιξε καινούργιο σπιτικό, έδωσε την καρδιά του σε άλλη γυναίκα, έκανε μαθήματα κιθάρας σε παιδιά. Το παρατσούκλι του ήταν «Αλμπάνο».
 Το καλοκαίρι του 1993, στις μεγάλες πυρκαγιές του νησιού, προσπάθησε να σώσει κάποιους γέροντες από τη φωτιά. Το ‘χε στο αίμα του, δεν ήθελε εγκλωβισμένους. Έμπαινε μέσα σε όλα. Αγαπούσε τη ζωή. Μπήκε στη φωτιά και δεν ξαναβγήκε ποτέ.  Ήταν 38 χρονών.
Τον έλεγαν Γιώργο Κηρύκου.